Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Άγιος Άνθιμος ο εν Αστυπάλαια

Εορτάζει 4 Σεπτεμβρίου

Ο Οσιος Ανθιμος γεννήθηκε στη Κεφαλλονιά από γονείς ευσεβείς. Ο καιρός της γεννήσεώς του μας είναι άγνωστος, μόλις επτά ετών τυφλώθηκε και από τα δύο μάτια

Συνήθιζε όμως και τυφλός να πηγαίνει συνεχώς στο σχολείο και να ακούει τα μαθήματα. Ενήλικος πια άφησε την οικογένειά του και μετέβει στο Αγ. Ορος, κοντά σε ένα φωτισμένο γέροντα. Μετά την κοίμηση του γέροντά του , ο Οσιος πήγε στη Χίο, όπου έμεινε ένα έτος μέσα στο ναό της Οσίας Ματρώνας, διδάσκοντας το λόγο του ευαγγελίου.

Μετά την αναχώρησή του από τη Χίο, έφθασε στη Σίφνο όπου τιμήθηκε πολύ για τις αρετές του, κατόπιν πήγε στην Πάρο , Νάξο, Ιο και Σίκινο όπου με τη συνδρομή των κατοίκων έκτισε Μοναστήρι επ’ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής. Κατά την επιστροφή του από τα Ιεροσόλυμα όπου μετέβει για να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο , σταμάτησε στο Καστελόριζο όπου αποφάσισε να χτίσει δεύτερο μοναστήρι επ’ ονόματι του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου , οι εργασίες όμως σταμάτησαν λόγω έλλειψης χρημάτων , συνεχίσθηκαν όμως λίγο αργότερα με τη συνδρομή των κατοίκων του νησιού μετά το θαύμα του Οσίου την περίοδο της ανομβρίας όπου μετά από ένθερμη προσευχή του άρχισε να βρέχει .

Μετά το Καστελόριζο μετέβει για δεύτερη φορά στα Ιεροσόλυμα και κατόπιν στη Αστυπάλαια όπου έχτισε Τρίτη Μονή επ’ ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου, θαυματουργικώς δε έλαβε μετά τη μετάβασή του στο Αγιο Ορος , αχειροποίητη εικόνα, της Παναγίας Πορταίτισσας της Μονής Ιβήρων , την οποία έφερε στη Μονή της Αστυπάλαιας. Ο Οσιος αποφάσισε να μείνει μόνιμα στην Αστυπάλαια , όμως διάφοροι πειρασμοί τον ανάγκασαν με δυσαρέσκεια να εγκαταλείψει το νησί, στην προσπάθειά του δε να πάρει μαζί του και την εικόνα της Παναγίας διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να την μετακινήσει από τη θέση της , έτσι την άφησε πολύτιμη κληρονομιά στην Αστυπάλαια και τους κατοίκους της .

Μετά την Αστυπάλαια ο Οσιος πήγε στα Σφακιά της Κρήτης όπου κύρηξε το λόγο του Θεού και με τις νουθεσίες του ειρήνευσαν οι κάτοικοι της περιοχής οι οποίοι είχαν έριδες και φθόνους μεταξύ τους. Εκεί ο Οσιος με τη χάρη του Θεού έκανε πλήθος θαυμάτων.

Γρήγορα όμως ο Οσιος εγκατέλειψε και την περιοχή της Κρήτης και αφού περιόδευσε σε πολλά νησιά του Αιγαίου έφθασε στα Κύθηρα όπου έχτισε νέο μοναστήρι επ’ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου .

Η ώρα της επιστροφής στη γενέτειρα έφθασε και ο Οσιος επέστρεψε στην Κεφαλλονιά όπου αξιώθηκε να του αποκαλυφθούν τα περί της τελευτής του.

Προσευχόμενος δε στο Θεό παρέδωσε τη μακαρία του ψυχή την 4η Σεπτεμβρίου του 1782. Την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων έκανε ο ιερέας Ιωάννης , εξ’αυτών το οστό του πήχεως της Δεξιάς του Οσίου βρίσκεται ευωδιάζον στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου Πορταίτισσας στην Αστυπάλαια.

Απολυτίκιο

Μοναζόντων το κλέος μετανοίας διδάσκαλε
θαυματουργιών επιδείξει πάντας κατηύγασας
ανέλαμψας ως ήλιος ημίν
διώκων των παθών τας προσβολάς
δια τούτο Ανθιμε Οσι
την θήκην των σων λειψάνων ασπαζόμεθα
Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ
Δόξα τω σε θαυμαστώσαντι
Δόξα των δωρησαμένων σε ημίν σκέπην και καύχημα

Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος

Εορτάζει 14 Νοεμβρίου

Πολιούχος της πόλεως Ρόδου.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος έζησε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ηρωικό νησί της Ύδρας. Οι γονείς του ήσαν ευλαβέστατοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και τον γαλούχησαν με τα νάματα της πίστεως και της αγάπης στον Χριστό και την πατρίδα.
Ή φτώχεια και ή έλλειψη εργασίας στο νησί του τον ανάγκασαν παρά τις αντιρρήσεις τής μητέρας του να μεταβεί στην Ρόδο, για να δουλέψει προς εξασφάλιση του μέλλοντος του και να βοηθήσει και το σπίτι του.
Ήταν τίμιος και εργατικός, γι' αυτό τον αγαπούσαν όλοι. Κάποιοι φίλοι του τον γνωρίζουν με τον τούρκο διοικητή τής Ρόδου Χασάν Καπιτάν, ο όποιος του έδωσε εργασία στο σαράι του. Περιποιόταν το άλογο του Χασάν μπέη και έκανε και διάφορες άλλες εργασίες πάντα μέ προθυμία.
Σε μία μεγάλη διασκέδαση μέθυσε ο Κωνσταντίνος και ο Χασάν Καπιτάν κάλεσε τους χοτζάδες οι όποιοι του έκαναν σουννέτι, δηλαδή περιτομή, και του φόρεσαν το άσπρο σαρίκι δίνοντας του το όνομα του διοικητή, Χασάν. Όταν ξύπνησε το πρωί κατάλαβε τι είχε συμβεί, αλλά του ήταν δύσκολο να αντιδράσει αμέσως. Ή στενοχώρια του μεγάλωσε όταν έστειλε με κάποιον στην μητέρα του χρήματα, ο όποιος της ανέφερε το γεγονός αυτό της άλλαξοπιστίας του, και εκείνη καταπικραμένη πέταξε τα χρήματα, κλείστηκε στο σπίτι της και έκλαιε μέρες και νύχτες απαρηγόρητη γι' αυτό πού συνέβη στο παιδί της.

Στη Ρόδο πάλι όλοι οι φίλοι του απομακρύνθηκαν από κοντά του και αυτός πικραινόταν, επειδή τον έβλεπαν σαν γενίτσαρο.
Στην Ύδρα πού πήγε για να δει την μητέρα του καθώς ανηφόριζε για το πατρικό του σπίτι, ζήτησε νερό για να πιει από μία γειτόνισσα ή οποία του έδωσε, αλλά μόλις απομακρύνθηκε λίγο έσπασε το σταμνί πού το είχαν μολύνει τα χείλη του εξωμότη. Φθάνοντας στο σπίτι του κτύπησε την πόρτα και στην ερώτηση της μητέρας του ποιος είναι απάντησε, «Εγώ είμαι ο γιος σου ο Χασάνης πού ήρθα από την Ρόδο». Με τσακισμένη την φωνή από τον πόνο του άπαντα: «Δεν σου ανοίγω. Εγώ δεν έχω κανένα γιο Χασάνη. Έχω γιο μόνο Κωνσταντίνο».
Μόνο ο Θεός γνωρίζει την θλίψη και τον πόνο του νεαρού Υδραίου. Χωρίς χρονοτριβή ξαναγυρίζει στην Ρόδο και κατ' ευθείαν πηγαίνει στο Ροδίνι όπου σε μία σπηλιά ασκήτευε ένας γέρος Πνευματικός. Γονατισμένος μπροστά στα πόδια του εξομολογείται το αμάρτημα του και ο Πνευματικός του δίνει την συγχώρηση και τις κατάλληλες συμβουλές για το τι θα έπρεπε να κάμει από κει και πέρα.
Πέταξε το σαρίκι και τα τούρκικα ρούχα και παίρνοντας ένα πλοίο πήγε πρώτα στην Κριμαία και στην συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη όπου ο Εθνομάρτυρας Πατριάρχης άγιος Γρηγόριος ο Ε ' τον συμβούλεψε να πάει στο Άγιο Όρος και να μείνει εκεί για πάντα.
Αφού παρέμεινε στην Μονή των Ιβήρων ζώντας με πολλή μετάνοια, προσευχή και άσκηση όπου έλαβε και το Σχήμα του Μονάχου, με την άδεια τοΰ Πνευματικού του ξαναγύρισε στην Ρόδο με την στερεή απόφαση να πάει στον Χασάν Καπιτάν και να του πει ότι είναι Χριστιανός και Χριστιανός θα πεθάνει.
Ή ευλογημένη ώρα έφθασε. Βρίσκεται μπροστά στο άλλοτε αφεντικό του, τον τρομερό διοικητή της Ρόδου, τον Χασάν. Με πίστη και απερίγραπτη τόλμη του λέγει: «Χασάν μπέη είμαι ο άλλοτε υπηρέτης σου Κωνσταντίνος από την Ύδρα πού με δόλο με κάνατε Μουσουλμάνο. Σου επιστρέφω την ψεύτικη θρησκεία σου και σου λέγω ότι Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα πεθάνω».Ό Χασάν σάστισε. Βλέποντας τον Κωνσταντίνο να του πετάει κατάμουτρα το μουσουλμανικό σαρίκι θύμωσε αφάνταστα και όρμησε κατά του Κωνσταντίνου χτυπώντας τον με γροθιές και κλωτσιές. Στο παλάτι των Ιπποτών υπήρχε ένα σκοτεινό υπόγειο πού το έλεγαν φυλακή του Ζυνταντοΰ. Ζιντάνι στα τουρκικά θα πει σκοτάδι. Εκεί άρχισαν να του κάνουν φοβερά βασανιστήρια νύχτα και μέρα. Τελευταία τον έδεσαν σε ένα κορμό δέντρου βάζοντας τα πόδια του σε δύο τρύπες. Τα υπομένει όλα με ασταμάτητες προ­σευχές. Μία νύχτα έλαμψε ή φυλακή από ουράνιο φως και τα πόδια του ελευθερώθηκαν από τα δεσμά. Τούρκοι και Χριστιανοί φυλακισμένοι θαύμασαν. Μετά πέντε μήνες τον ξαναφέρνουν πάλι μπροστά στον τούρκο διοικητή και αφού με την ίδια πίστη και θάρρος ομολόγησε ξανά την χριστιανική του πίστη ξαναμπαίνει στην φυλακή και στις 14 Νοεμβρίου του 1800 μετά από διαταγή του Σουλτάνου υπέστη τον δι' απαγχονισμού μαρτυρικό θάνατο πού έλαβε χώρα κατ' άλλους στην θέση Κολώνα και κατ' άλλους στο Μανδράκι. Φιλούσε το σταυρουδάκι του και προσευχόταν και όταν ο δήμιος πήγε να του το πάρει ο Κωνσταντίνος το έριξε στον πλάτανο, για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια. Ήταν 30 χρονών ο Κωνσταντίνος όταν τον κρέμασαν στον πλάτανο. Διηγούνται δε Τούρκοι και Χριστιανοί ότι την νύχτα εκείνη του μαρτυρίου του Κωνσταντίνου μεγάλος φωτεινός Σταυρός έλουζε με το φως του τον πλάτα­νο. Τον επόμενο χρόνο ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος έριξε κάτω τον πλάτανο και μετά από λίγο χρονικό διάστημα πέθανε από κακή αρρώστια ο διοικητής Χασάν μπέης.
Ό τότε Μητροπολίτης Ρόδου Αγάπιος και οι πρόκριτοι της Ρόδου ζήτησαν το άγιο λείψανο και το έθαψαν με μεγάλες τιμές πίσω από το ιερό του Ναού των Εισοδίων στο Νιοχώρι. Αργότερα ανακαλύφθηκε ή μαρμάρινη πλάκα πού είχε βάλει επάνω από το μνήμα του Αγίου ο συμπατριώ­της του Κωνσταντίνος Καφάς πού σήμερα είναι εντοιχισμένη στον ίδιο Ναό.
«Τούτο το μνήμα υπάρχει του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου Νυδριώτη, συνδρομή Κωνσταντίνου Υδριώτη Καφά».
Αυτά είχε γράψει ο συμπατριώτης του Αγίου στην πλάκα του τάφου του. Μετά τρία χρόνια ήλθε στην Ρόδο ή μητέρα του Αγίου και πήρε το λείψανο του γιου της μαζί με συστατική επιστολή του Μητροπολίτου Ρόδου Αγαπίου και το μετέφερε στην Ύδρα τοποθετώντας το στο Μοναστήρι της Παναγίας όπου υπάρχει μέχρι σήμερα σε χρυσή θήκη. Ό τότε Ιερέας του Νιοχωρίου Παπαγιάννης κράτησε την ωλένη του χεριού του μάρτυρα πού φυλάγεται σε ασημένια θήκη μέχρι σήμερα στο ιερό της Εκκλησίας.
Μετά από ένα αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέταξε επίσημα τον Κωνσταντίνο στην χορεία των αγίων Νεομαρτύρων και όρισε ή μνήμη του να εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Την πρώτη ακολουθία και το μαρτύριο του Αγίου Κωνσταντίνου του Υδραίου συνέταξε ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Ακολουθία για τον πολιούχο άγιο της Ρόδου συνέταξε επίσης και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος.

Απολυτίκια
. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Παλαιόν.

Κωνσταντῖνον τῆς Ὕδρας, τὸν ὑπέρτιμον ὄρπηκα, τῶν Νεομαρτύρων τὸ κλέος, τὸν ἐν Ῥόδῳ ἀθλήσαντα, ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, τιμήσωμεν προφρόνως ἀδελφοί, ὡς ὑπὲρ Χριστοῦ παθόντα, καὶ τὸν ἀγχόνης θάνατον δεξάμενον. Ὅθεν συμβασιλεύει τῷ Χριστῷ, καὶ ὑπὲρ ψάμμον ἰάματα, πᾶσι τοῖς προστρέχουσιν αὐτῷ, χύδην χαρίζεται.

Τον λαμπρόν γόνον Ύδρας και της Ρόδου το καύχημα, και Νεομαρτύρων το κλέος Κωνσταντίνον τιμήσωμεν, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, την μνήμην εκτελούντες την αυτού, ίνα λάβωμεν πλουσίαν την αμοιβήν παρά Θεού κραυγάζοντες. δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε ενισχύσαντι, δόξα τω εν υστέροις τοις καιροίς σε στεφανώσαντι.

Άγιος Ιωνάς ο Γαρμπής εκ Νισύρου

Εορτάζει την Κυριακή μετά την 10η Ιουλίου


Tο «Βραβείο» της Ιεράς Μονής του Θεολόγου Πάτμου, μας πληροφορεί ότι το 1550 μ.Χ 5 μοναχοί εγκαταστάθηκαν στο νησί των Λειψών . Ένας από αυτούς ήταν και ο Άγιος Ιωνάς ο οποίος καταγόταν από τη Νίσυρο.

Οι ασκητές μοναχοί με την ευλογία του Κυρίου έφτασαν στους Λειψούς, στον ορμίσκο Κοιμήσεως Της Θεοτόκου . Η περιοχή αυτή είναι αφιλόξενη, γεμάτη βράχια και άγονη, αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στη διαμονή των Αγίων. Πρώτο τους μέλημα ήταν η θεμελίωση Ιερού Ναού στον οποίο τοποθέτησαν την εικόνα της Παναγίας την «Κυράς» και μετά θεμελίωσαν τα κελιά τους. Ο Κύριος μας θέλοντας να τους ανταμείψει για τον αγώνα τους, με θαυματουργικό τρόπο τους χάρισε μια ορμητική πηγή με άφθονο νερό που το ονόμασαν Άγιο Νερό. Το νερό αυτό δροσίζει ακόμη και σήμερα την άγονη περιοχή.

Η φήμη των ασκητών σύντομα διαδόθηκε και ήρθαν και άλλοι ασκητές στους Λειψούς, όπου δημιούργησαν νέο ησυχαστήριο αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Το «Βραβείο» της Ιεράς Μονής Πάτμου αποθησαύρισε το μαρτυρικό τέλος των 5 μοναχών που το προκάλεσαν οι Τούρκοι δυνάστες της Δωδεκανήσου . Συγκεκριμένα για τον μαρτυρικό θάνατο του Αγίου Ιωνά αναφέρει ότι το 1635 μήνα Απρίλιο, ο Πεκήρ πασάς, έπιασε το μοναχό Ιωνά τον Γαρμπήν εκ Νισύρου και τον έδειρε έως θανάτου.

Απολυτίκιο

Ήχος α΄ Της ερήμου πολίτης

Νισύρου τον γόνον Λειψών τον έφορo και το της Δωδεκανήσου απάσης γέρας θείον και καύχημα Ιωνάν τιμήσωμεν πιστοί ως Όσιο Χριστού πανευκλεή ίνα λάβωμεν πταισμάτων τον ιλασμόν παρά Θεού κραυγάζοντες.βΔοξα το δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι δοξα το εν ευκλεία ουρανων δοξασαντι σε Όσιε.

Άγιος Ιωάννης νεομάρτυς ο ναύκληρος ο εν Κώ μαρτυρήσας

Εορτάζει 8 Απριλίου


Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης ὁ ναύκληρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κῶ. Ἐξισλαμίσθηκε διὰ τῆς βίας περιτμηθεῖς ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι εἶχε περιτμηθεῖ καὶ ἐνδυθεῖ μὲ τουρκικὰ ἐνδύματα, αἰσθάνθηκε μεγάλη λύπη καὶ ἀφοῦ ἔβγαλε τὰ ἐνδύματα αὐτά, ζοῦσε ὅπως καὶ πρότερα χριστιανικὸ βίο. Τότε οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὸν Μάρτυρα καὶ ἀφοῦ τὸν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς, τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Προσπαθώντας δὲ νὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν πίστη τους, δέχονταν τὴν ὁμολογία αὐτοῦ, ποὺ ἔλεγε: «Ἐγὼ πιστεύω στὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Αὐτὸν ὁμολογῶ ὡς Θεὸ ἀληθινὸ ἐξ ὅλης μου τῆς ψυχῆς καὶ καρδίας. Τὴν δὲ ἰδική σας θρησκεία τὴν ἀποστρέφομαι καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνω ὅσα βάσανα καὶ ἂν μοῦ δώσετε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μου». Βλέποντας οἱ βασανιστὲς τὴν ἀμετάθετη γνώμη καὶ ἀκλόνητη πίστη τοῦ Μάρτυρα, τὸν προσήγαγαν στὸν κριτή, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν χτυπήσουν καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸν κάψουν ζωντανό. Ἔτσι μαρτύρησε ὁ ἀθλητὴς Ἰωάννης, τὸ ἔτος 1669 καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Όσιος Σάββας ο εν Καλύμνω

Εορτάζει 7 Απριλίου


Ο Όσιος Σάββας ο Νέος, κατά κόσμο Βασίλειος, γεννήθηκε το έτος 1862 μ.Χ. στην Ηρακλείτσα της περιφέρειας Αβδίμ της Ανατολικής Θράκης από πτωχούς και απλοϊκούς γονείς, τον Κωνσταντίνο και τη Σμαραγδή.Ο Βασίλειος μεγάλωσε έχοντας βαθιά πίστη και μεγάλη ευσέβεια και προσπαθώντας να μιμηθεί την άσκηση των Αγίων της Εκκλησίας μας. Σε ηλικία δώδεκα ετών ο Βασίλειος διαπίστωνε καθημερινά ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στα μέτρα του και ποθούσε μια άλλη ζωή. Ήθελε να ζήσει μόνο για τον Χριστό και να ακολουθήσει την οδό της μοναχικής πολιτείας. Έτσι έλαβε πλέον την αμετάκλητη απόφαση να φύγει, εγκαταλείποντας τα εγκόσμια. Κατευθύνεται στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου επί δώδεκα έτη ζει πλέον με προσευχή και αυστηρή άσκηση.Έντονη ήταν και η επιθυμία του Οσίου να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους, την οποία πραγματοποιεί αφού πρώτα διέρχεται από την γενέτειρά του. Δέος τον καταλαμβάνει καθώς αντικρίζει τον Πανάγιο Τάφο. Ελπίζοντας πάντα στην βοήθεια του Θεού, εισέρχεται στην ιερά μονή του Αγίου Γεωργίου Χοζεβά, όπου έπειτα από τριετή ενάρετο βίο κείρεται μοναχός το 1890 μ.Χ. και αργότερα, το έτος 1894 μ.Χ., αποστέλλεται από τον ηγούμενο της μονής, Καλλίνικο, στην Σκήτη της Αγίας Άννης, κοντά στον αρχιμανδρίτη Άνθιμο, για να ασκηθεί στην αγιογραφία. Το 1902 μ.Χ. χειροτονείται διάκονος και το επόμενο έτος πρεσβύτερος. Διακονεί δε μέχρι το έτος 1906 μ.Χ. ως εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος έλεγε για τον Άγιο Σάββα στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό, πριν ακόμη ο Άγιος κοιμηθεί: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος».Το έτος 1907 μ.Χ. επανέρχεται στη μονή Χοζεβά, όπου διάγει βίο ασκητικό με τέλεια υποταγή στους ασκητικούς κανόνες, άκρα ταπείνωση, χαμαικοιτία, στέρηση παντός υλικού αγαθού, ακολουθώντας το πατερικό «ο ακτήμων μοναχός, υψιπέτης αετός». Η τροφή του ήταν μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι και νερό από τον ποταμό.Το έτος 1916 μ.Χ. επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα, μεταβαίνει στη νήσο Πάτμο, όπου διαμένει δύο χρόνια και ιστορεί δύο εικόνες στο Καθολικό της μονής. Έπειτα έρχεται στην Αθήνα, όπου πληροφορείται ότι τον αναζητεί ο Άγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στην Αίγινα και διακονεί τον Άγιο μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του. Η συγκαταβίωση με τον Άγιο Νεκτάριο συνέβαλε στην πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε την αυστηρή άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, την παροιμιώδη ταπείνωσή του, την απλότητά του. Έζησε το πρώτο θαύμα του Αγίου, όταν μετά την κοίμησή του είδε τον Άγιο να κλίνει την κεφαλή του προκειμένου να του φορέσει το πετραχήλι του και να επανέρχεται κατόπιν στην θέση της. Επί τρεις συνεχείς ημέρες οι αδελφές της μονής στην Αίγινα άκουγαν συνομιλίες από τον τάφο του Αγίου, όταν δε πλησίασαν, είδαν εκεί τον Όσιο Σάββα να συνομιλεί με τον Άγιο Νεκτάριο. Ο Όσιος έμεινε έγκλειστος στο κελί του για σαράντα ημέρες. Κατά την τεσσαρακοστή ημέρα εξήλθε κρατώντας μία εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την οποία ενεχείρησε στην ηγουμένη με την εντολή να την τοποθετήσει στο προσκυνητάρι. Η ηγουμένη απάντησε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει, διότι ο Άγιος δεν είχε αναγνωρισθεί επίσημα από την Εκκλησία και μια τέτοια ενέργεια ίσως να έθετε τη μονή σε διωγμό. Τότε ο Όσιος Σάββας της είπε επιτακτικά: «Οφείλεις να κάνεις υπακοή. Να πάρεις την εικόνα, να την βάλεις στο προσκυνητάρι και τις βουλές του Θεού να μην τις περιεργάζεσαι».Στην Αίγινα δεν μπορεί πλέον να μείνει, διότι προσέρχεται πολύς κόσμος και αυτό κουράζει τον φιλήσυχο Όσιο. Μεταβαίνει στην Αθήνα και κατόπιν στην Κάλυμνο, όπου μετά από περιπλάνηση στις μονές και τα ησυχαστήρια του νησιού, καταλήγει στη μονή των Αγίων Πάντων. Εκεί αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή. Αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει διά του στόματος και διά του παραδείγματός του και βοηθάει χήρες, ορφανά και φτωχούς. Ήταν επιεικής και εύσπλαχνος με τις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν όμως την βλασφημία και την κατάκριση. Πολλές φορές δάκρυζε και με πόθο παρακαλούσε για την μετάνοια των πνευματικών του τέκνων, κατά δε τη Θεία Λειτουργία είχε τέλεια προσήλωση στο συντελούμενο μυστήριο. Αξιώθηκε της ευωδίας του σώματός του εν ζωή, καθώς και το πέρασμά του ήταν ευώδες, ευωδία η οποία θα εξέλθει και από το μνήμα του μετά την εκταφή του. Χρήματα δεν κρατούσε ποτέ, η ζωή του ήταν μια συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Κατ' αυτόν τον τρόπο συμπλήρωσε τις ημέρες της επίγειας ζωής του, με άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη, ενώ λίγο πριν το τέλος η τελευταία φράση του ήταν «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Η ομολογία αυτή ήταν η βεβαίωση της εν Χριστώ πορείας του.Μετά από δέκα έτη, έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτόβρυτων λειψάνων του, στις 7 Απριλίου 1957 μ.Χ., προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κυρού Ισιδώρου, ενώπιον πλήθους λαού. Ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας κάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεϊκό σημείο έκανε αμέσως το γύρο του νησιού. Το ιερό λείψανο του Οσίου μεταφέρθηκε σε λάρνακα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.Η επίσημη αγιοποίηση του Οσίου Πατρός ημών Σάββα του Νέου έγινε διά Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβρουαρίου 1992 μ.Χ.

Όσία Κασσιανή

Εορτάζει 7 Σεπτεμβρίου


Είναι η γνωστή Κασσιανή ποιήτρια, που έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829-842). Τη μνήμη της δεν αναφέρει κανένας Συναξαριστής. Και όμως οι Κάσιοι, από τη συγγένεια του ονόματος της με το νησί τους, καθιέρωσαν τη μνήμη αυτής την 7η Σεπτεμβρίου και ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος φιλοπόνησε και ειδική Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1889 στο τυπογραφείο της "Μεταρρυθμίσεως". Το παράδοξο όμως είναι, ότι η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που ο ίδιος στην συνέχεια την έδωσε για εκτύπωση στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό (την 1η Σεπτεμβρίου 1889) και έτσι, επισημοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο η αγιοποίηση της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως το ποθούσαν oι κάτοικοι της Κάσου.